Συγγραφέας Μήνυμα
Επισκέπτης
ΔημοσίευσηΔημοσιεύθηκε: Σαβ Οκτ 04, 2025 11:48 pm    Θέμα δημοσίευσης: Καμία επανάσταση δεν μπορεί να γίνει με δημοκρατικούς όρους.

Δια­λεκτική αλ­ληλεξάρ­τηση μέ­σων και σκοπών:

Η α­ντι­πα­ρά­θε­ση δη­μο­κρα­τί­ας και δι­κτα­το­ρί­ας, προ­κα­λεί κα­τά­πλη­ξη α­πό θε­ω­ρη­τι­κή ά­πο­ψη με την α­γραμ­μα­το­σύ­νη και την α­συ­νει­δη­σί­α της. Η στα­λι­νι­κή μό­λυν­ση –μια ι­στο­ρι­κή πραγ­μα­τι­κό­τη­τα, α­ντι­πα­ρα­τί­θε­ται στη δη­μο­κρα­τί­α –σε μια υ­πε­ρι­στο­ρι­κή α­φαί­ρε­ση. Αλ­λά και η δη­μο­κρα­τί­α έ­χει ε­πί­σης μια ι­στο­ρί­α α­πό την ο­ποί­α δεν λεί­πει η μό­λυν­ση. Για να χα­ρα­κτη­ρί­σου­με τη σο­βιε­τι­κή γρα­φειο­κρα­τί­α, δα­νει­στή­κα­με τους ό­ρους «Θερ­μι­δόρ» και «Βο­να­παρ­τι­σμός» α­πό την ι­στο­ρί­α της α­στι­κής δη­μο­κρα­τί­ας για­τί –ας γί­νει κι αυ­τό γνω­στό στους ό­ψι­μους δογ­μα­τι­κούς του φι­λε­λευ­θε­ρι­σμού– η δη­μο­κρα­τί­α δεν ήρ­θε κα­θό­λου στον κό­σμο α­πό το δη­μο­κρα­τι­κό δρό­μο. Μό­νο έ­να χυ­δαί­ο πνεύ­μα μπο­ρεί να ι­κα­νο­ποι­η­θεί α­να­μα­σώ­ντας τη θε­ω­ρί­α ό­τι ο βο­να­παρ­τι­σμός ήταν «ο φυ­σι­κός καρ­πός» του γιακομπινισμού, η ι­στο­ρι­κή τι­μω­ρί­α για την πα­ρα­βί­α­ση της δη­μο­κρα­τί­ας κλπ. Δί­χως τα δί­καια μέ­τρα των Για­κο­μπί­νων ε­νά­ντια στο φε­ου­δα­λι­σμό, η α­στι­κή δη­μο­κρα­τί­α θα ήταν α­πο­λύ­τως αδιανόητη. Η α­ντι­πα­ρά­θε­ση των συ­γκε­κρι­μέ­νων ι­στο­ρι­κών φά­σε­ων του για­κο­μπι­νι­σμού, του θερ­μι­δόρ και του βο­να­παρ­τι­σμού στην ε­ξι­δα­νι­κευ­μέ­νη α­φαί­ρε­ση της «δη­μο­κρα­τί­ας» εί­ναι τό­σο α­νό­η­τη ό­σο η α­ντι­πα­ρά­θε­ση των πό­νων της γέν­νας σ’ έ­να ζω­ντα­νό παιδί.

Ο στα­λι­νι­σμός με τη σει­ρά του δεν εί­ναι μια α­φηρη­μένη έν­νοια της «δι­κτα­το­ρί­ας», αλ­λά μια τε­ρά­στια γρα­φειο­κρα­τι­κή α­ντί­δρα­ση ε­νά­ντια στην προ­λε­τα­ρια­κή δι­κτα­το­ρί­α σε μια κα­θυ­στε­ρη­μέ­νη και α­πο­μο­νω­μέ­νη χώ­ρα. Η Ο­κτω­βρια­νή Ε­πα­νά­στα­ση κα­τάρ­γη­σε τα προ­νό­μια, κή­ρυ­ξε τον πό­λε­μο ε­νά­ντια στην κοι­νω­νι­κή α­νι­σό­τη­τα, α­ντι­κα­τέ­στη­σε τη γρα­φειο­κρα­τί­α με την αυ­το­κυ­βέρ­νη­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων, κα­τάρ­γη­σε τη μυ­στι­κή δι­πλω­μα­τί­α, πά­σχι­σε να κά­νει ό­λες τις κοι­νω­νι­κές σχέ­σεις ε­ντε­λώς διά­φα­νες. Ο στα­λι­νι­σμός ε­γκα­θί­δρυ­σε ξα­νά τις πιο α­πο­κρου­στι­κές μορ­φές προ­νο­μί­ων και έ­δω­σε στην α­νι­σό­τη­τα προ­κλη­τι­κό χα­ρα­κτή­ρα, στραγγά­λι­σε την αυ­τε­νέρ­γεια των μα­ζών με τον α­στυ­νο­μι­κό α­πο­λυ­ταρ­χι­σμό, με­τα­μόρ­φω­σε τη διοί­κη­ση σε μο­νο­πώ­λιο της ο­λι­γαρ­χί­ας του Κρεμ­λί­νου και ξα­νά­φε­ρε στη ζω­ή το φε­τι­χι­σμό της ε­ξου­σί­ας με μορ­φές που δεν θα τολ­μού­σε να ο­νει­ρευ­τεί ού­τε η α­πό­λυ­τη μο­ναρ­χί­α.

Η κοι­νω­νι­κή α­ντί­δρα­ση, σ’ ό­λες της τις μορ­φές, εί­ναι υπο­χρεωμέ­νη να κρύ­βει τους πραγ­μα­τι­κούς της σκο­πούς. Ό­σο πιο α­πό­το­μο εί­ναι το πέ­ρα­σμα α­πό την ε­πα­νά­στα­ση στην α­ντί­δρα­ση, τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο η α­ντί­δρα­ση ε­ξαρ­τά­ται α­πό τις πα­ρα­δό­σεις της ε­πα­νά­στα­σης, δη­λα­δή τό­σο με­γα­λύ­τε­ρος εί­ναι ο φό­βος της μπρο­στά στις μά­ζες –τό­σο πε­ρισ­σό­τε­ρο εί­ναι α­να­γκα­σμέ­νη να κα­τα­φεύ­γει στο ψέ­μα και στη σκευω­ρί­α στον α­γώ­να της ε­νά­ντια στους εκ­προ­σώ­πους της ε­πα­νά­στα­σης. Οι στα­λι­νι­κές σκευ­ω­ρί­ες δεν εί­ναι καρ­πός του μπολσεβίκικου «α­μο­ρα­λι­σμού».
Eί­ναι προ­ϊ­όν ε­νός συ­γκε­κρι­μέ­νου κοι­νω­νι­κού α­γώ­να και μά­λι­στα του πιο ύ­που­λου και του πιο σκλη­ρού απ’ ό­λους: του α­γώ­να μιας και­νού­ριας α­ρι­στο­κρα­τί­ας ε­νά­ντια στις μά­ζες που την α­νέ­βα­σαν στην ε­ξου­σί­α.

Πραγ­μα­τι­κά, χρειά­ζε­ται α­πε­ριό­ρι­στη πνευ­μα­τι­κή και η­θι­κή αμ­βλύ­τη­τα για να ταυ­τί­σει κα­νείς την α­ντι­δρα­στι­κή α­στυ­νο­μι­κή η­θι­κή του στα­λι­νι­σμού με την ε­πα­να­στα­τι­κή η­θι­κή των μπολσεβί­κων. Το κόμ­μα του Λέ­νιν έ­χει πά­ψει α­πό πο­λύ και­ρό να υ­πάρ­χει –συ­ντρί­φτη­κε α­νά­με­σα στις ε­σω­τε­ρι­κές δυ­σχέ­ρειες και στον πα­γκό­σμιο ιμπεριαλισμό. Στη θέ­ση του υ­ψώ­θη­κε η στα­λι­νι­κή γρα­φειο­κρα­τί­α, με­τα­βι­βα­στι­κός μη­χα­νι­σμός του ιμπεριαλισμού. Σε πα­γκό­σμια κλί­μα­κα, η γρα­φειο­κρα­τί­α α­ντι­κα­τέ­στη­σε την πά­λη των τά­ξε­ων με τη συ­νερ­γα­σί­α των τά­ξε­ων και το διε­θνι­σμό με το σοσιαλ­πα­τριωτισμό. Για να προ­σαρ­μό­σει το κυ­βερ­νη­τι­κό κόμ­μα στους σκο­πούς της α­ντί­δρα­σης, η γρα­φειο­κρα­τί­α «α­να­νέ­ω­σε» τη σύν­θε­σή του, ε­κτε­λώ­ντας τους ε­πα­να­στά­τες και στρα­το­λο­γώ­ντας κα­ριε­ρί­στες.

Κά­θε α­ντί­δρα­ση ξα­να­γεν­νά, τρέ­φει και δυ­να­μώ­νει ε­κεί­να τα στοι­χεί­α του ι­στο­ρι­κού πα­ρελ­θό­ντος που η ε­πα­νά­στα­ση χτύ­πη­σε, αλ­λά δεν μπό­ρε­σε να εξαφανίσει. Οι μέ­θο­δες του στα­λι­νι­σμού ο­δη­γησαν στην πιο με­γά­λη έ­ντα­ση, σ’ έ­να κο­ρύ­φω­μα και ταυ­τό­χρο­να σ’ έ­ναν πα­ρα­λο­γι­σμό ό­λες ε­κεί­νες τις μέ­θο­δες της ψευ­τιάς, της κτη­νω­δί­ας και της χα­μέρ­πειας που α­πο­τε­λούν το μη­χα­νι­σμό ε­λέγ­χου σε κά­θε τα­ξι­κή κοι­νω­νί­α, συ­μπε­ρι­λαμ­βα­νό­με­νης και της δημοκρατίας. Ο στα­λι­νι­σμός ήταν και εί­ναι μο­νά­χα έ­νας κρί­κος σ’ ό­λες τις τε­ρα­τω­δί­ες του ι­στο­ρι­κού κρά­τους –η πιο μο­χθη­ρή κα­ρι­κα­τού­ρα του και η πιο α­πο­κρου­στι­κή του γκρι­μά­τσα. Ό­ταν οι εκ­πρό­σω­ποι της πα­λιάς κοι­νω­νί­ας α­ντιπα­ράθεσαν που­ρι­τα­νι­κά μια απο­στειρωμένη δη­μο­κρα­τι­κή α­φαί­ρε­ση στη γάγ­γραι­να του στα­λι­νι­σμού, με όλο μας το δίκιο μπο­ρούμε να τους συ­στή­σου­με –ό­πως και στους εκ­προσώ­πους κά­θε πα­λιάς κοι­νω­νί­ας– να κοι­τά­ξουν τον ε­αυ­τό τους μέ­σα στον πα­ρα­μορ­φω­τι­κό κα­θρέ­φτη του στα­λι­νι­κού Θερμι­δόρ. Α­λη­θι­νά, η Γκε Πε Ου ξε­περ­νά κα­τά πο­λύ ό­λα τα άλ­λα κα­θε­στώ­τα με την ω­μό­τη­τα των ε­γκλη­μά­των της. Αλ­λά αυ­τό α­πορ­ρέ­ει α­πό την τε­ρά­στια έ­κτα­ση των γε­γο­νό­των που συ­γκλο­νί­ζουν τη Ρω­σί­α κά­τω α­πό την ε­πί­δρα­ση της ε­ξα­χρεί­ω­σης του πα­γκό­σμιου ιμπεριαλι­σμού.

Η­θι­κή και Ε­πα­νά­στα­ση

Α­νά­με­σα στους φι­λε­λεύ­θε­ρους και τους ρι­ζο­σπά­στες δεν εί­ναι λί­γοι ε­κεί­νοι που έ­χουν α­φο­μοιώ­σει τις μέ­θο­δες της υ­λι­στι­κής ερ­μη­νεί­ας των γε­γο­νό­των και που θε­ω­ρούν τον ε­αυ­τό τους μαρξιστή. Αυ­τό, ω­στό­σο, δεν τους ε­μπο­δί­ζει να μέ­νουν α­στοί δη­μο­σιο­γρά­φοι, κα­θη­γη­τές ή πολιτικοί. Η υ­λι­στι­κή μέ­θο­δο χρη­σι­μεύ­ει ό­χι α­πλά για την ερ­μη­νεί­α γε­γο­νό­των, αλλά για την οι­κο­δό­μη­ση ε­νός ε­πα­να­στα­τι­κού κόμ­μα­τος του προ­λε­τα­ριά­του. Και εί­ναι α­δύ­να­το να φέ­ρει σε πέ­ρας αυ­τό το κα­θή­κον δί­χως την πλή­ρη α­νε­ξαρ­τη­σί­α α­πό την μπουρ­ζουα­ζί­α και την η­θι­κή της.Έ­νας ε­πα­να­στά­της μαρ­ξι­στής δεν μπο­ρεί να προ­σεγ­γί­σει την ι­στο­ρι­κή του α­πο­στο­λή δί­χως νά ’χει ξε­κό­ψει η­θι­κά α­πό την α­στι­κή κοι­νή γνώ­μη και τους πρά­κτο­ρές της μέ­σα στο προλετα­ριάτο. Ο εμ­φύ­λιος πό­λε­μος εί­ναι κα­λύ­τε­ρος α­πό τη φα­σι­στι­κή σκλα­βιά.ο σκο­πός (Δη­μο­κρα­τί­α ή Σο­σια­λι­σμός) δι­καιο­λο­γεί, κά­τω α­πό ο­ρι­σμέ­νες συν­θή­κες, τέ­τοια μέ­σα ό­πως εί­ναι η βί­α και ο φό­νος. Για τα ψέ­μα­τα βέ­βαια δεν γί­νε­ται λό­γος! Χω­ρίς ψέ­μα­τα ο πό­λε­μος θα ήταν α­δια­νό­η­τος –σαν μια μη­χα­νή χω­ρίς πετρέλαιο. το ψέ­μα και η βί­α, «αυ­τά κα­θε­αυ­τά», πρέ­πει να κα­τα­δι­κα­στούν ό­πως α­κρι­βώς και η τα­ξι­κή κοι­νω­νί­α που τα γεν­νά­ει. Μια κοι­νω­νί­α χω­ρίς τα­ξι­κές α­ντι­φά­σεις θα εί­ναι φυ­σι­κά μια κοι­νω­νί­α χω­ρίς ψέ­μα­τα και βί­α. Ό­μως, δεν υ­πάρ­χει κα­νέ­νας άλ­λος τρό­πος να χτί­σου­με μια γέ­φυ­ρα που να φέρ­νει σ’ αυ­τήν την κοι­νω­νί­α πέ­ρα α­πό την ε­πα­νά­στα­ση, δη­λα­δή τα βί­αια μέ­σα. Η ε­πα­νά­στα­ση αυ­τή κα­θε­αυ­τή εί­ναι προ­ϊ­όν της τα­ξι­κής κοι­νω­νί­ας και α­να­γκα­στι­κά φέρ­νει μέ­σα της τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά της. Α­πό την ά­πο­ψη των «αιώ­νιων α­λη­θειών» η ε­πα­νά­στα­ση εί­ναι βέ­βαια «α­ντι-η­θι­κή». Αλ­λά αυ­τό ση­μαί­νει α­πλά ό­τι η ι­δε­α­λι­στι­κή η­θι­κή εί­ναι α­ντε­πα­να­στα­τι­κή, δη­λα­δή στην υ­πη­ρε­σί­α των εκμε­ταλλευτών.«Ο εμ­φύ­λιος πό­λε­μος», θα α­πα­ντή­σει ί­σως ο πα­γι­δευ­μέ­νος στην ά­γνοια φι­λό­σο­φος, «εί­ναι, ω­στό­σο, μια θλι­βε­ρή ε­ξαί­ρε­ση. Αλ­λά σε ει­ρη­νι­κές πε­ρί­ο­δες έ­να υ­γιές σο­σια­λι­στι­κό κί­νη­μα θα πρέ­πει να τα κα­τα­φέρ­νει χω­ρίς βί­α και ψέ­μα­τα». Μια τέ­τοια α­πά­ντη­ση, ό­μως, δεν α­ντι­προ­σω­πεύ­ει τί­πο­τε άλ­λο α­πό μια πα­θη­τι­κή υπεκφυγή. Δεν υ­πάρ­χει σα­φής δια­χω­ρι­στι­κή γραμ­μή α­νά­με­σα στην «ει­ρη­νι­κή» τα­ξι­κή πά­λη και την επα­νάσταση. Κά­θε α­περ­γί­α κλεί­νει μέ­σα της σε εμ­βρυα­κή μορ­φή ό­λα τα στοι­χεί­α του εμ­φυ­λί­ου πο­λέ­μου. Κά­θε πλευ­ρά πα­σχί­ζει να ε­ντυ­πω­σιά­σει τον α­ντί­πα­λο με μια διο­γκω­μέ­νη ει­κό­να για την α­γω­νι­στι­κή της α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα και για τα υ­λι­κά της μέ­σα. Με τον Τύ­πο τους, τους πρά­κτο­ρες και τους σπιού­νους τους, οι κα­πι­τα­λι­στές προ­σπα­θούν να τρο­μο­κρα­τή­σουν και να α­πο­θαρ­ρύ­νουν τους απεργούς. Α­πό την πλευ­ρά τους, οι α­περ­για­κοί φρου­ροί, ό­που δεν φτά­νει η πει­θώ, α­να­γκά­ζο­νται να κα­τα­φύ­γουν στη βί­α. Έ­τσι, «το ψέ­μα και άλ­λα χει­ρό­τε­ρα» α­πο­τε­λούν α­να­πό­σπα­στο τμή­μα της τα­ξι­κής πά­λης α­κό­μα και στην πιο στοι­χειώ­δη μορ­φή της. Ε­κεί­νο που μέ­νει να προ­σθέ­σου­με εί­ναι ό­τι η ί­δια η α­ντί­λη­ψη για την α­λή­θεια και το ψέ­μα γεν­νιέ­ται α­πό τις τα­ξι­κές α­ντι­φά­σεις.

Α­φή­σαμε στο παρελθόν σε κά­ποιον Ε­μίλ Λού­ντβιχ ή στους ό­μοιούς του να φτιά­ξουν το πορ­τρέ­το του Α­βρα­άμ Λίν­κολ­ν με μι­κρές ροζ φτε­ρού­γες. Ό­λη η α­ξί­α του Λίν­κολ­ν βρί­σκε­ται στο ό­τι δεν δί­στα­σε μπρο­στά στα πιο σκλη­ρά μέ­σα –μό­λις τα βρή­κε α­να­γκαί­α– για να πραγ­μα­το­ποι­ή­σει έ­να με­γά­λο ι­στο­ρι­κό σκο­πό που έ­μπαι­νε στην η­με­ρή­σια διά­τα­ξη α­πό την α­νά­πτυ­ξη ε­νός νε­α­ρού έ­θνους. Το ζή­τη­μα α­κό­μα δεν βρί­σκε­ται στο ποιο α­πό τα ε­μπό­λε­μα στρα­τό­πε­δα προ­κά­λε­σε ή εί­χε το με­γα­λύ­τε­ρο α­ριθ­μό θυ­μά­των. Η ι­στο­ρί­α έ­χει δια­φο­ρε­τι­κά μέ­τρα και σταθ­μά για την ω­μό­τη­τα των Βο­ρεί­ων και την ω­μό­τη­τα των Νο­τί­ων στον Εμ­φύ­λιο Πόλεμο. Ας μην τολ­μή­σουν οι κα­τά­πτυ­στοι ευ­νού­χοι να μας πουν ό­τι έ­νας δου­λο­κτή­της, που με την πο­νη­ριά και τη βί­α κρα­τά­ει έ­ναν δού­λο α­λυ­σο­δε­μέ­νο, και έ­νας δού­λος, που με την πο­νη­ριά ή τη βί­α σπά­ζει τις α­λυ­σί­δες του, μπο­ρεί να εί­ναι ί­σοι μπρο­στά σε έ­να δι­κα­στή­ριο η­θι­κής!
(Το ίδιο συμβαίνει και τώρα με τον Ρώσο Πρόεδρο, αφήνουμε τους σύγχρονους καιροσκόπους που αυτοβαπτίζονται θεωρητικοί της εποχής μας, να φτιάξουν το πορτρέτο του Βλαντιμίρ Πούτιν με μικρές πουά φτερούγες, όταν όλοι αυτοί από το 2014 έχουν κρυφτεί στα σιτισμένα λαγούμια τους και δεν έχουν ιδέα για τις θηριωδίες στον λαό του Ντονμπάς. Με τις χιλιάδες νεκρούς αυτά τα χρόνια απο τους ναζιστές του Αζόφ που η Δύση έφερε στην εξουσία με αποκλειστικό σκοπό την εποχή εκείνη να επιτεθεί στην Ρωσία και να την διαμελίσει. Εξού και η καθυστέρηση των Ρωσικών δυνάμεων στην νίκη και επικράτηση στην εμφυλιακή σύγκρουση. Είναι τεράστια τα οχυρωματικά έργα των δυτικών αυτά τα οκτώ χρόνια και τρομερή η συσσώρευση στρατού απο όλες τις γωνίες του πλανήτη που μέχρι και η ρωσική στρατιωτική μηχανή ζορίζεται να κάνει περίπατο. Έχουν ξεχάσει οι λιλιπούτειοι καρναβαλιστές θεωρητικοί ότι οι εγκλεισμοί που προωθούσαν οι δυτικοί στον αστικό ιστό τους όπως και τα θανατηφόρα εμβόλια σταμάτησαν την πλήρη εξάπλωση τους εξαιτίας της Ειδικής Στρατιωτικής Επιχείρησης που εξαπέλυσε η Ρωσία και ο Πρόεδρος Πούτιν , και δεν τολμώ να σκεφτώ που θα βρισκόμασταν σήμερα αν αυτό δεν είχε συμβεί. Και γιατί ο λαός του Ντονμπάς και των υπολοίπων περιφερειών που μετρούν άνω των δέκα (10) εκατομμυρίων δεν αντέδρασε στην επιχείρηση αυτήν αλλά μόνο πανηγύριζε...)

Εί­ναι α­δύ­να­το να μη συμ­φω­νή­σει κα­νείς με τους η­θι­κο­λό­γους στο ό­τι η ι­στο­ρί­α δια­λέ­γει δύ­σκο­λα μονοπάτια. Αλ­λά τι εί­δους συ­μπέ­ρα­σμα για πρα­κτι­κή δρά­ση βγαί­νει απ’ αυ­τό;
Ο Λε­όν Τολ­στό­ι συ­νι­στού­σε να α­γνο­ή­σου­με τις κοι­νω­νι­κές συμ­βα­τι­κό­τη­τες και να τε­λειο­ποι­ή­σου­με τον ε­αυ­τό μας. Ο Μα­χά­τμα Γκά­ντι μας συμ­βου­λεύ­ει να πί­νου­με γά­λα κα­τσί­κας. Ο Τολ­στό­ι συ­νι­στού­σε ε­πι­πρό­σθε­τα να ε­λευ­θε­ρώ­σου­με τον ε­αυ­τό μας α­πό τα α­μαρ­τή­μα­τα της σάρ­κας(δούλοι στην επίγεια ζωή και σωτηρία της ψυχής στην μεταθανάτια...) . Οι στα­τι­στι­κές, ω­στό­σο, δεν φαί­νε­ται να ε­πι­βε­βαιώ­νουν την ε­πι­τυ­χί­α της σύ­στα­σης. Τα κε­ντρι­στι­κά μας αν­θρω­πά­κια έ­χουν κα­τορ­θώ­σει, μέ­σα σε μια τα­ξι­κή κοι­νω­νί­α, να υ­ψώ­σουν τον ε­αυ­τό τους σε μια υ­περ­τα­ξι­κή ηθική. Αλ­λά έ­χουν πε­ρά­σει δύο χιλιάδες (2000) και παραπάνω χρό­νια α­πό τό­τε που ει­πώ­θη­κε: «Α­γα­πά­τε τους ε­χθρούς υ­μών...», «Πρό­σφε­ρε και την ε­τέ­ραν πα­ρειάν σου...». Ω­στό­σο, α­κό­μα και ο Ά­γιος Πα­τέ­ρας της Ρώ­μης δεν έ­χει «ε­λευ­θε­ρώ­σει τον ε­αυ­τό του» α­πό το μί­σος ε­νά­ντια στους ε­χθρούς του.

Το να ε­φαρ­μό­ζεις δια­φο­ρε­τι­κά κρι­τή­ρια για τις πρά­ξεις των εκ­με­ταλ­λευ­τών και για τις πρά­ξεις των εκ­με­ταλ­λευο­μέ­νων, αυ­τό ση­μαί­νει σύμφωνα με τους πληρωμένους αγράμματους θεωρητικούς της εποχής μας , ό­τι στέ­κεις στο ε­πί­πε­δο της «η­θι­κής των Κά­φρων». Πρώ­τα απ’ ό­λα μια τέ­τοια πε­ρι­φρο­νη­τι­κή α­να­φο­ρά στους Κά­φρους δεν ται­ριά­ζει κα­θό­λου στην πέ­να των «σο­σια­λι­στών». Εί­ναι πραγ­μα­τι­κά τό­σο κα­κή η η­θι­κή των Κά­φρων;

Ας δούμε τι λέ­ει πά­νω σ’ αυ­τό η «Βρε­τα­νι­κή Ε­γκυ­κλο­παί­δεια»:
«Στις κοι­νω­νι­κές και πο­λι­τι­κές τους σχέ­σεις δεί­χνουν με­γά­λη λε­πτό­τη­τα και νοημοσύνη. Εί­ναι α­ξιο­ση­μεί­ω­τα γεν­ναί­οι, φι­λο­πό­λε­μοι και φι­λό­ξε­νοι και ήταν τί­μιοι και ει­λι­κρι­νείς ως τη στιγ­μή που, στην ε­πα­φή τους με τους λευ­κούς, έ­γι­ναν φι­λύ­πο­πτοι, εκ­δι­κη­τι­κοί και κλέ­φτες, πέ­ρα α­πό το ό­τι απέκτησαν τα πε­ρισ­σό­τε­ρα ε­λατ­τώ­μα­τα των Ευ­ρω­παί­ων». Εί­ναι α­δύ­να­το να μη φτάσει κα­νείς στο συ­μπέ­ρα­σμα ό­τι οι λευ­κοί ιε­ρα­πό­στο­λοι, οι κή­ρυ­κες των αιώ­νιων η­θι­κών α­ξιών, συμ­με­τεί­χαν στη δια­φθο­ρά των Κά­φρων.

Αν λέ­γα­με σ’ έ­ναν κά­φρο ερ­γά­τη ό­τι οι ερ­γά­τες ξε­ση­κώ­θη­καν σ’ έ­να μέ­ρος του πλα­νή­τη μας και έ­πια­σαν στο ύ­πνο τους εκ­με­ταλ­λευ­τές τους, αυ­τό θα τον ευ­χα­ρι­στού­σε πολύ. Α­πό την άλ­λη, ό­μως, θα στε­να­χω­ριό­ταν αν α­να­κά­λυ­πτε ό­τι οι κα­τα­πιε­στές εί­χαν κα­τορ­θώ­σει να ξε­γε­λά­σουν τους κα­τα­πιε­ζό­με­νους. Έ­νας Κά­φρος, που δεν έ­χει δια­φθα­ρεί ως το με­δού­λι α­πό τους ιε­ρα­πό­στο­λους, πο­τέ δεν θα ε­φαρ­μό­σει τους ί­διους α­φη­ρη­μέ­νους η­θι­κούς κα­νό­νες στους κα­τα­πιε­στές και τους κα­τα­πιε­ζό­με­νους. Α­κό­μα, δεν θα δυ­σκο­λευ­τεί να σας κα­τα­λά­βει αν του ε­ξη­γή­σε­τε πως ο προ­ο­ρι­σμός αυ­τών των α­φη­ρη­μέ­νων κα­νό­νων εί­ναι να ε­μπο­δί­ζουν τους κα­τα­πιε­ζό­με­νους να ξε­ση­κώ­νο­νται ε­νά­ντια στους κα­τα­πιε­στές τους.

Σε μια πε­ρί­ο­δο σαν τη ση­με­ρι­νή, ό­που τα μι­κρο­α­στι­κά κόμ­μα­τα γα­ντζώ­νο­νται α­πό τη φι­λε­λεύ­θε­ρη μπουρ­ζουα­ζί­α ή τη σκιά της (την πο­λι­τι­κή του «Λα­ϊ­κού Με­τώ­που») και πα­ρα­λύ­ουν το σύγχρονο προ­λε­τα­ριά­το, στρώ­νο­ντας το δρό­μο στο φα­σι­σμό, οι σύγχρονοι μπολ­σε­βί­κοι, δη­λα­δή οι ε­πα­να­στά­τες μαρ­ξι­στές, γί­νο­νται ι­διαί­τε­ρα μι­ση­τά πρό­σω­πα στα μά­τια της κα­πι­τα­λι­στι­κής κοι­νής γνώ­μης. Η βα­σι­κή πο­λι­τι­κή πί­ε­ση της ε­πο­χής μας γλι­στρά­ει α­πό τα δε­ξιά προς τ’ αριστερά. Σε τε­λευ­ταί­α α­νά­λυ­ση ο­λό­κλη­ρο το βά­ρος της α­ντί­δρα­σης πέ­φτει πά­νω στους ώ­μους μιας μι­κρής ε­πα­να­στα­τι­κής μειο­ψη­φί­ας. Ε­κεί­νος που υ­πο­κλί­νε­ται μπρο­στά σε α­ξιώ­μα­τα που έ­χουν ε­γκα­θι­δρυ­θεί α­πό τον ε­χθρό, δεν θα νι­κή­σει πο­τέ αυ­τόν τον ε­χθρό!

Ε­πι­τρέ­πε­ται, μό­νο ε­κεί­νο που πραγ­μα­τι­κά ο­δη­γεί στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση της αν­θρωπότητας. Κι α­φού αυ­τός ο σκο­πός μπο­ρεί να ολο­κλη­ρω­θεί μό­νο με την ε­πα­νά­στα­ση, η α­πε­λευ­θε­ρω­τι­κή η­θι­κή του προ­λε­τα­ριά­του εί­ναι α­να­γκα­στι­κά προι­κι­σμέ­νη μ’ έ­ναν ε­πα­να­στα­τι­κό χα­ρακτήρα. Α­ντι­τί­θε­ται α­συμ­φι­λί­ω­τα ό­χι μο­νά­χα στο θρη­σκευ­τι­κό δόγ­μα, αλ­λά και στα κά­θε εί­δους ι­δε­ο­λο­γι­κά φε­τίχ, τους φι­λο­σο­φι­κούς αυ­τούς χω­ρο­φύ­λα­κες της άρ­χου­σας τά­ξης. Συ­νά­γει τους κα­νό­νες της συ­μπε­ρι­φο­ράς του α­πό τους νό­μους α­νά­πτυ­ξης της κοι­νω­νί­ας, και πρω­ταρ­χι­κά α­πό την πά­λη των τά­ξε­ων, που εί­ναι ο νό­μος ό­λων των νό­μων. Ε­πι­τρε­πό­με­να και α­να­γκαί­α, εί­ναι ε­κεί­να και μό­νο ε­κεί­να τα μέ­σα που συ­νε­νώ­νουν το ε­πα­να­στα­τι­κό προ­λε­τα­ριά­το, γε­μί­ζουν την καρ­διά του με α­συμ­φι­λί­ω­τη ε­χθρό­τη­τα στην κα­τα­πί­ε­ση, του δι­δά­σκουν την πε­ρι­φρό­νη­ση στην ε­πί­ση­μη η­θι­κή και τα δη­μο­κρα­τι­κά της φε­ρέ­φω­να, το δια­πο­τί­ζουν με τη συ­νεί­δη­ση της ι­στο­ρι­κής του α­πο­στο­λής και δυ­να­μώ­νουν το θάρ­ρος του και το πνεύ­μα αυ­το­θυ­σί­ας στον αγώ­να. Απ’ αυ­τά α­κρι­βώς βγαί­νει ό­τι δεν ε­πι­τρέ­πο­νται ό­λα τα μέ­σα. Ό­ταν λέ­με πώς ο σκο­πός α­γιά­ζει τα μέ­σα, τό­τε το συ­μπέ­ρα­σμα που βγαί­νει για μας εί­ναι ό­τι ο με­γά­λος ε­πα­να­στα­τι­κός σκο­πός α­πο­κρού­ει πε­ρι­φρο­νη­τι­κά ε­κεί­να τα χυ­δαί­α μέ­σα και τους τρό­πους που στρέ­φουν έ­να τμή­μα της ερ­γα­τι­κής τά­ξης ε­νά­ντια σ’ άλ­λα τμή­μα­τα της, ή που ε­πι­χει­ρούν να κά­νουν τις μά­ζες ευ­τυ­χι­σμέ­νες χω­ρίς τη δι­κή τους συμ­με­το­χή, ή ε­λατ­τώ­νουν την πί­στη των μα­ζών στον ε­αυ­τό τους και στην ορ­γά­νω­σή τους, α­ντι­κα­θι­στώ­ντας την με τη λα­τρεί­α των «αρ­χη­γών». Πρω­ταρ­χι­κά και α­συμ­φι­λί­ω­τα, η ε­πα­να­στα­τι­κή η­θι­κή α­πορ­ρί­πτει τη δου­λο­πρέ­πεια α­πέ­να­ντι στην μπουρ­ζουα­ζί­α και την υ­πε­ρο­ψί­α α­πέ­ναντι στους ερ­γα­ζό­με­νους, δη­λα­δή α­πορ­ρί­πτει ε­κεί­να τα χα­ρα­κτη­ρι­στι­κά στα ο­ποί­α οι μι­κρο­α­στοί σχο­λα­στι­κοί και η­θι­κο­λό­γοι εί­ναι βου­τηγ­μέ­νοι ως το λαιμό.

Η α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των ερ­γα­ζο­μέ­νων δεν μπο­ρεί να πραγ­μα­το­ποι­η­θεί πα­ρά μό­νο α­πό τους ί­διους. Γι’ αυ­τό δεν υ­πάρ­χει με­γα­λύ­τε­ρο έ­γκλη­μα α­πό το να ε­ξα­πα­τάς τις μά­ζες, να πα­ρου­σιά­ζεις τις ήτ­τες για νί­κες, τους φί­λους για ε­χθρούς, να ε­ξα­γο­ρά­ζεις τους ερ­γα­τι­κούς η­γέ­τες, να φτιά­χνεις θρύ­λους, να σκη­νο­θε­τείς ψεύ­τι­κες δί­κες, με μια λέ­ξη να κά­νεις ό,τι κά­νουν οι σταλι­νικοί. Τα μέ­σα αυτά έ­να μό­νο σκο­πό μπο­ρούν να υ­πη­ρε­τή­σουν: να πα­ρα­τεί­νουν την κυ­ριαρ­χί­α μιας κλί­κας που έ­χει ή­δη κα­τα­δι­κα­στεί α­πό την ιστο­ρί­α. Μα δεν μπο­ρούν να συ­ντε­λέ­σουν στην α­πε­λευ­θέ­ρω­ση των μα­ζών.Οι μά­ζες, φυ­σι­κά, δεν εί­ναι κα­θό­λου αναμάρτητες. Η ε­ξι­δα­νί­κευ­ση των μα­ζών μάς εί­ναι ε­ντε­λώς ξέ­νη. Τις εί­δα­με κά­τω α­πό διάφορες συν­θή­κες, σε διά­φο­ρες φάσεις και ε­πι­πρό­σθε­τα στους με­γα­λύ­τε­ρους πο­λι­τι­κούς συ­γκλονισμούς. Έ­χου­με πα­ρα­τη­ρή­σει τις δυ­να­τές και τις α­δύ­να­τες πλευ­ρές τους. Η δυ­να­τή τους πλευ­ρά –α­πο­φα­σι­στι­κό­τη­τα, αυ­το­θυ­σί­α, η­ρω­ι­σμός– βρή­κε πά­ντο­τε την πιο κα­θα­ρή της έκ­φρα­ση σε ε­πο­χές ε­πα­να­στα­τι­κής α­νό­δου. Σ’ αυ­τή την πε­ρί­ο­δο οι μπολ­σε­βί­κοι βρί­σκο­νταν ε­πι­κε­φα­λής των μα­ζών. Κα­τό­πιν, ά­νοι­ξε έ­να δια­φο­ρε­τι­κό ι­στο­ρι­κό κε­φά­λαιο, ό­ταν πέ­ρα­σε στο προ­σκή­νιο η αδύ­να­τη πλευ­ρά των κα­τα­πιε­ζο­μέ­νων: α­νο­μοιο­γέ­νεια, πο­λι­τι­στι­κή κα­θυ­στέ­ρη­ση, στε­νό­τη­τα πα­γκό­σμιας προο­πτικής. Οι μά­ζες, κου­ρα­σμέ­νες α­πό την έ­ντα­ση, κα­τα­λαμ­βά­νο­νται α­πό την α­πο­γο­ή­τευ­ση, χά­νουν την πί­στη στον ε­αυ­τό τους –και στρώ­νουν το δρό­μο για τη νέ­α αριστο­κρατία. Σ’ αυ­τή την ε­πο­χή οι μπολ­σε­βί­κοι («τρο­τσκι­στές») βρέ­θη­καν α­πο­μο­νω­μέ­νοι α­πό τις μά­ζες. Πρα­κτι­κά μι­λώ­ντας, πε­ρά­σα­με μέ­σα α­πό δυο με­γά­λους τέ­τοιους ι­στο­ρι­κούς κύ­κλους: 1897-1905, χρό­νια πλημ­μυ­ρί­δας, 1907-1913, χρό­νια α­μπώ­τι­δας, 1917-1923, πε­ρί­ο­δος α­νό­δου χω­ρίς προ­η­γού­με­νο στην ι­στο­ρί­α, τέ­λος, μια νέ­α πε­ρί­ο­δος α­ντί­δρα­σης με την επικράτηση του σταλινισμού που δεν τέ­λειω­σε α­κό­μα μέ­χρι σή­μερα γιατί ο σταλινισμός είναι αντεπαναστατικός και αντικομμουνιστικός( είναι καμουφλαρισμένοι καπιταλιστές). Η κατα­στροφή του μπολσεβικι­σμού στο εσωτε­ρικό της ΕΣΣΔ ξεκίνησε τον Αύ­γουστο του 1936 που στήνεται η πρώτη δίκη της Μό­σχας, και καταδικά­ζει σε θάνατο 16 ηγέτες των μπολσεβίκων –Ζινό­βιεφ, Κάμενεφ, Σμιρ­νόφ κλπ. Το Γε­νάρη του 1937 ακο­λου­θεί η δεύ­τερη δίκη που οδηγεί στο εκτελε­στικό από­σπα­σμα 18 ακόμα κο­ρυφαίους ηγέ­τες του Μπολ­σε­βίκικου Κόμμα­τος. Το Μάρτη του 1938 οι Μπουχάριν-Ρί­κοφ κι άλ­λοι 19 επι­φανείς μπολσε­βί­κοι ηγέ­τες εκτε­λούνται μετά από συ­νοπτική διαδικα­σία. Ο Στά­λιν εκτε­λεί την ηγεσία της ρώσι­κης επα­νά­στασης και κερδίζει τα εύ­σημα του Μουσολίνι που δη­λώνει στην «Popolo d’ Italia» ότι «ο Στάλιν προσφέρει μια άξια επαί­νου υπηρε­σία στο φασισμό». Κι αυτές οι υπη­ρεσίες κορυ­φώ­νονται με τον απο­δε­κατισμό της ανώ­τατης ηγεσίας και γενικά των αξιωματικών του Κόκ­κινου Στρατού. Στρα­τάρχες ό­πως ο Γιακίρ και ο Του­χατσέφσκι συ­μπε­ρι­λαμβάνο­νται σ’ αυ­τούς που εκτε­λέστηκαν με συ­νοπτι­κές διαδι­κα­σίες, χω­ρίς να τηρη­θούν ούτε τα προσχήματα στη δίκη τους. Κύριοι κατηγορούμενοι στις δίκες αυτές είναι ο Λεόν Τρό­τσκι και ο γιος του Λεόν Σεντόφ που δο­λο­φονήθηκε στο Πα­ρίσι το Φλε­βάρη του 1938, ενώ προετοίμαζε το Ιδρυτικό Συνέδριο της Τέταρτης Διεθνούς. Μέ­σα σ’ αυ­τά τα τε­ρά­στια γε­γο­νό­τα οι «τρο­τσκι­στές» δι­δά­χτη­καν το ρυθ­μό της ι­στο­ρί­ας, δη­λα­δή τη δια­λε­κτι­κή του τα­ξι­κού α­γώ­να. Δι­δά­χτη­καν α­κό­μα, κα­θώς φαί­νε­ται, κι ως έ­να βαθ­μό μ’ ε­πι­τυ­χί­α, πώς να υ­πο­τάσ­σουν τα υ­πο­κει­με­νι­κά τους σχέ­δια και προ­γράμ­μα­τα σ’ αυ­τόν τον α­ντι­κει­με­νι­κό ρυθμό. Μά­θα­νε να μην α­πελ­πί­ζο­νται μπρο­στά στο γε­γο­νός ό­τι οι νό­μοι της ι­στο­ρί­ας δεν ε­ξαρ­τώ­νται α­πό τα α­το­μι­κά τους γού­στα και δεν υ­πο­τάσ­σο­νται στα δι­κά τους η­θι­κά κριτήρια. Μά­θα­νε να υ­πο­τάσ­σουν τις α­το­μι­κές τους δια­θέ­σεις στους νό­μους της ιστο­ρί­ας. Μά­θα­νε να μην τρο­μά­ζουν μπρο­στά στους πιο ι­σχυ­ρούς ε­χθρούς ό­ταν η δύ­να­μη των τε­λευ­ταί­ων βρί­σκε­ται σε α­ντί­φα­ση με τις α­νά­γκες της ι­στο­ρι­κής α­νάπτυξης. Ξέ­ρουν πώς να κο­λυ­μπά­νε ε­νά­ντια στο ρεύ­μα με τη βα­θιά πε­ποί­θη­ση ό­τι η νέ­α ι­στο­ρι­κή πλημ­μυ­ρί­δα θα τους φέ­ρει στην α­ντι­κρι­νή ό­χθη. Δεν θα φτά­σουν ό­λοι σ’ αυ­τή την ό­χθη, πολ­λοί θα πνι­γούν. Μα το να συμ­με­τέ­χεις σ’ αυ­τό το κί­νη­μα με α­νοι­χτά τα μά­τια και με α­δά­μα­στη τη θέ­λη­ση –αυ­τό μό­νο μπο­ρεί να δώ­σει την πιο υ­ψη­λή η­θι­κή ι­κα­νο­ποί­η­ση σ’ έ­να σκε­πτό­με­νο ον!

Λ.Τ

Powered by phpBB © 2001, 2005 phpBB Group